Πέμπτη, 15 Ιουνίου 2017

"...και ζήσανε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα", αποχαιρετώντας το κοινό στο τέλος του παραμυθιού

της Μαρίας Παπανικολάου

Κάθε αφήγηση είναι ένα ταξίδι. Φτιάχνεις το καραβάκι σου και κάθεσαι μπροστά στο τιμόνι μέχρι να περάσει μέσα κι ο τελευταίος επιβάτης.

Όταν όλοι καθίσουν αναπαυτικά και είναι έτοιμοι να «ξεκινήσουν» τους «παίρνεις» αφηγητή με εμπιστοσύνη κι αγάπη για να τους "κάμεις την ιστορία σου".
Βλέπεις τα πρόσωπα, τα σώματα, ακούς τις ανάσες τους, νιώθεις την προσμονή για το ταξίδι…

Σαν καλός καπετάνιος, σαν καραβοκύρης πλέεις σε μπουνάτσες και σε τρικυμίες ανάλογα με την ιστορία σου και το κοινό σ’ ακολουθεί. Ηρεμεί και ανταριάζει μέσα στις θάλασσες των λόγων σου, στην ποίηση της φωνής σου, στην παρουσία και στην ανυπαρξία της παρουσίας σου. Ακούει, ζει μαζί σου και εν τέλει κρέμεται από τα χείλη σου, σε εμπιστεύεται και θέλει όταν έρθει η ώρα, να ξαναβρεί λιμάνι. Εσύ πρέπει να δέσεις με μαεστρία, να μην πετάξεις το κοινό σου, βιαστικά στα βράχια. Είσαι υπεύθυνος γι’ αυτό. Είναι σαν να τους υποσχέθηκες από την αρχή ένα καλό λιμάνι.

Λένε οι παλιότεροι και σοφότεροι,πως η πιο ιερή στιγμή της αφήγησης είναι η αρχή, εκεί που η ιεροτελεστία ξεκινάει, είναι η ώρα της επιβίβασης, η ιερή εκείνη ώρα που άγνωστοι άνθρωποι μεταξύ τους θα γίνουν μια παρέα και θα μοιραστούν μια ιστορία, θα σε εμπιστευτούν, θα νιώσουν τα κύματα των συναισθημάτων όσων λέγονται και όσων δε λέγονται.

Όμως για μένα οι ιερότερες στιγμές είναι: το δέσιμο στη στεριά, η επιστροφή και το τέλος του παραμυθιού. Εκεί που η χαρά για τη δόξα του ήρωα ενώνεται με μια περίεργη βουβή θλίψη μέσα στο «…και ζήσανε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα».

Το βλέπω κάθε φορά και το σέβομαι όπως ταιριάζει σε κάθε ιερή στιγμή, το είδα και προχθές να γίνεται μπροστά μου σε μια ομάδα παιδιών που ταξίδευαν μαζί μου στα άγνωστα νερά ενός παραμυθιού. Ήταν η ώρα που ο ήρωας βρισκόταν στο τέλος του ταξιδιού, οι δοκιμασίες είχαν ολοκληρωθεί, ο δράκος είχε κοιμηθεί βαθιά στη σπηλιά του παρέα με τους φόβους μας και η βασιλοπούλα έραβε τα νυφικά της…

Εκεί, λίγο πριν το τέλος, τα πρόσωπα έλαμψαν καθώς κατάλαβαν πως όλα είχαν τελειώσει. Ακούστηκε μια ανάσα ομαδική και μετά μαζί όλες οι φωνές στο «και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα» μαζί με ένα  θλιμμένο χαμόγελο στα πρόσωπά τους, που έλεγε:
- Καλέ, τι ωραίο που ήταν τούτο το ταξίδι, τι καλά περάσαμε και τώρα πρέπει να φύγουμε από τούτον τον τόπο και να γυρίσουμε πίσω!


Τι ιερή στιγμή, τι μαγική! Εδώ δεν υπάρχει η πιθανή αμηχανία της αρχής, το ταξίδι μας έχει ενώσει, είμαστε όλοι μάρτυρες για όσα έγιναν κάπου, κάποτε… Το παραμύθι μας έκανε ένα και τώρα ήρθε η ώρα να ξαναμοιραστούμε στους εαυτούς μας.
Αυτή τη στιγμή να την προσέξεις παραμυθά και να την αγαπήσεις πολύ, ίσως και περισσότερο από αυτή την πρώτη στιγμή του «Μια φορά κι έναν καιρό…».
Ο αποχαιρετισμός είναι που «δένει» την αγάπη και κρατά τους δεσμούς με το λόγο και το παραμύθι σου , γιατί κάπου βαθιά κρυμμένο στον αποχαιρετισμό αυτό είναι το «Καλή αντάμωση…».

Καλό καλοκαίρι

Νεμέα, 14 Ιουνίου 2017