Δευτέρα, 6 Μαρτίου 2017

ΑΦΗΓΗΣΗ, Η ΤΕΧΝΗ ΝΑ ...ΑΚΟΥΣ

Φίλες και φίλοι παραμυθάδες, γειά σας και αέρα στα πανιά σας!

εδώ στον αστερισμό των ιώσεων και της χειμερινής μούχλας (κατά το καλοκαιρινή ραστώνη). Μέσα μας έκλεισε τούτος ο χειμώνας και ακόμα έχει...για λίγο αλλά έχει...

Σήμερα ξύπνησα με μια ανάμνηση. Όσο ήμουν παιδί δεν άκουσα πολλά παραμύθια, τα πιο πολλά τα διάβασα από βιβλία δωρισμένα και δανεισμένα. Από ανασκαφές στην βιβλιοθήκη του Θείου που ήταν ο διαβασμένος της οικογένειας και από ανταλλαγή βιβλίων, περιοδικών και κομικς κάτι καλοκαιρινά μεσημέρια στην Κερατέα... Εκείνη την εποχή και ευτυχώς η ανταλλαγή ήταν δύο πράγματα: δυνατότητα να διαβάσεις χωρίς να αγοράσεις, αλλά κυρίως μια μορφή όμορφης παρέας (υγιή κοινωνικοποίηση θα την έλεγαν επιστημονικώς) ανάμεσα σε παιδιά που κατά την διάρκεια της ανταλλαγής μάθαιναν: να εκτιμούν, να αξιολογούν και να παζαρεύουν (με την καλή την έννοια) πολιτισμό και τέχνη με συνομήλικούς τους. Τι απίθανο πράγμα! Η ώρα της ανταλλαγής ήταν αυτή που ακούγονταν απόψεις για το καλό και το κακό ανάγνωσμα, αξιολογούνταν η αξία της ανταλλαγής με άλλα 1,2 ή 3 αναγνώσματα και έπεφτε και γερό παζάρι.

Εκει λοιπόν θυμήθηκα πως ξεκινούσε ένα παιχνίδι...τι παιχνίδι; Το παιχνίδι της αφήγησης, ελλείψει ιντερνετ, ταμπλετ, υπολογιστών κτλ, ό,τι έβλεπε ή άκουγε ο καθένας το έλεγε στους άλλους. Ιστορίες από βιβλία, από την τηλεόραση ταινίες (που δεν σε είχαν αφήσει να δεις, αλλά κάποιος από την παρέα τα είχε καταφέρει), ιστορίες που κάποιος είχε ακούσει από κάποιον άλλο ή από έναν μεγάλο, ιστορίες, ιστορίες, ιστορίες...

Εκεί στη γειτονιά μου, στον κύκλο της ανταλλαγής, άκουσα πράγματα καταπληκτικά. Το μεσημεράκι που οι μεγάλοι θέλανε να κοιμηθούν κι εμεις δεν μπορούσαμε να φωνάξουμε λέγαμε τις ιστορίες μας.Αγαπημένος και λατρεμένος αφηγητής όποιος είχε δει φίδια, είχε πιάσει άγρια σκυλιά, είχε ανακαλύψει μια φοβερή κρυψώνα ή είχε απομακρυνθεί ακολουθώντας τις γραμμές του τρένου που περνούσαν κοντά στα σπίτια μας. Από το στόμα τους κρεμόμουν κι εγώ και άκουγα ιστορίες για φαντάσματα, για στοιχειωμένα σπίτια για καλοκαιρινές διακοπές ή ταξίδια σε άγνωστα μέρη... παιδιά είμαστε αλλά ο καθένας έφερνε ό,τι ιστορία είχε...άκουγα τότε πιο πολύ.

Άκουγα και τους μεγάλους, μετά, που δεν λέγαν παραμύθια, αλλά μας έδειχναν που βγαίνει η Λάμια και σε ποιο σημείο το γαϊδούρι έριχνε κάτω το φαΐ,  που πήγαινε στα χωράφια, στον πατέρα και τους άλλους που δούλευαν τη γη, και έφευγε τρομαγμένο. Άκουγα για παιδιά που τα πήρε ο Μεσημεράς, πηγάδια που κατάπιναν τους φωνακλάδες, χαράδρες που βγαίναν οι νεράιδες, για ξωκκλήσια με θαυματα, άκουγα άκουγα ιστορίες για ερωτευμένους που τους κυνηγούσαν και κλεφτήκανε, για γλέντια και χοντρές πλάκες, όλη η μέρα ήταν γεμάτη με λόγια, λόγια, λόγια και αφήγησεις.
Ιστορίες από τους παππούδες για τον πόλεμο, για την πείνα, τις ψείρες...ιστορίες για αυτούς που μάτιαζαν και έκαναν μαρμαρένιες βρύσες να ραγίζουν και όμορφα άλογα να βγάζουν αφρούς, ιστορίες να λύνεσαι από τα γέλια για μεθυσμένους και για κρεβατομουρμούρες...

Η μια θύμηση φέρνει την άλλη και από τα καλοκαιρινά μεσημέρια με τις ανταλλαγές όλο και περισσότερες μνήμες για ιστορίες και αφηγήσεις με κατακλύζουν σήμερα...Η θεία μου που γιατροπόρευε γριές από αγάπη και ιερό καθήκον και εκείνες δεν θέλαν να πλυθούν και έπαιρνε τη μάνικα και τις κυνηγούσε να τις πλύνει, ο μπάρμπα Γιάννης που παντρευτηκε και του εκρυψαν οτι η γυναίκα που του έδωσαν ήταν 15 χρόνια μεγαλύτερή του, ο "καλός" ο αστυνόμος που έλεγε ιστορίες με μια γλώσσα άλλη απ αυτή που μιλούσαμε και δεν την λέγαμε βλάχικη γιατί τον αγαπούσαμε,  αλλά σουμ σουμ "μιλάει σουμ σουμ"... λέγαμε ο καλός ο αστυνόμος.

Ακουγα, άκουγα και δεν χορταινα αλλά ούτε και χορταίνω...Ακούω, μ αρέσει να ακουω, καθημερινές ιστορίες, παλιές και καινούργιες, ακούω... κι αν έχω να φυγω για την πιο σημαντική δουλειά...μην ξεκινήσεις να λες ιστορία...την έχασα...

Μνήμες ακουσμένες και γραμμένες στο μυαλό, χωρίς μελάνι, αυτή είναι του παραμυθά οι θησαυροί, αυτό σκέφτομαι σήμερα...

Έρχονται μέρες που έτσι σαν αεράκι σου φέρνουν, μια σκέψη μια εικόνα και ήχους από αγαπημένες φωνές, φίλων, θειάδων και θειών, γιαγιάδων και μπαμπαδομαμάδων που σου λένε που βγαίνει η Λάμια και εσύ ακούς, σου δείχνουν που κρεμάστηκε η λωλή και που έβγαιναν τα καλύτερα τζωχιά (ζωχοί) και που φύτρωναν στην κατοχή κάτι ραδίκια να, που δεν τα είχες ξαναδεί και που τα έβραζαν με γάλα από την κατσίκα για να ταΐσουν τα παιδιά...και ύστερα γνωρίζεις τα παραμύθια ...και αναρωτιέσαι... που τα έχεις ξανακούσει όλα αυτά...

και πάει και πάει...δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει και ακούει και ακούει... και δε χορταίνει
Σε καλο μου σήμερα...

με αγάπη σε όσους μου είπαν και μου λένε ιστορίες

Μαρία