Πέμπτη, 31 Ιουλίου 2014

Προβληματισμός: ΘΕΩΡΙΑ VS ΠΡΑΚΤΙΚΗΣ στην αφήγηση παραμυθιών

Το παρακάτω κείμενο δανείζομαι από την Εμμανουέλα Κατρινάκη Ερευνήτρια - Κοινωνική Ανθρωπολόγο, από το Εργαστήρι Μελέτης της Παιδικής Ηλικίας 

Με την Εμμανουέλα έχουμε γνωριστεί μέσω φίλων διαδικτυακά και τηλεφωνικά. Όλο προσπαθούμε να συναντηθούμε αλλά ακόμα οι δυνάμεις μας κρατούν σε ...αγωνία για τη δια ζώσης γνωριμία μας!

Εν των μεταξύ, συμφωνούμε, διαφωνούμε, συζητάμε, παθιαζόμαστε και αγαπάμε το παραμύθι και το λαϊκό πολιτισμό. Έχουμε πολλά κοινά και αυτό βάζει καλές βάσεις για μια σχέση που θα εξελιχθεί στο χρόνο. Την εκτιμώ βαθύτατα.

Εδώ μοιράζεται κάποιες σκέψεις για τη θεωρία και την πρακτική στη μαθητεία της αφηγησης παραμυθιών. Θα πάρω θέση και θα την υπογραμμίσω με τα λόγια της Ανθής της Θάνου που είχε πει στη συνέντευξη που είχε δώσει στην ΑΧΕΛΩΝΑ, πως πρέπει να γίνεις "κάλφας" δηλαδή να μαθητεύσεις.  Η έννοια της μαθητείας περιέχει και τη θεωρία πέρα από την πρακτική. Ψηφίζω ΘΕΩΡΙΑ ΚΑΙ ΠΡΑΚΤΙΚΗ γιατί αλλιώς κουτσά μαθαίνεις κουτσά θα πεις... αυτό ξέρω και λέω. Και για όσους μαθητεύουν να μην περιμένουν τις ΠΥΡΙΝΕΣ ΓΛΩΣΣΕΣ οτιδηποτε κερδίζεται με κόπο, με διάβασμα, καλή ακοή, υπομονή και χρόνο.

Διάβάστε το όμως τις σκέψεις της Εμμανουέλας Κατρινάκη, τα λέει πολύ πιο εμπεριστατωμένα και είναι εξαιρετικά ενδιαφέροντα αυτά που γράφει!!!

ΘΕΩΡΙΑ VS ΠΡΑΚΤΙΚΗΣ


Υπάρχει άραγε κανένας ηθοποιός που σκέφτεται να παίξει Σαίξπηρ χωρίς να ξέρει ποιος είναι αυτός ο συγγραφέας; Που θα παίξει τραγωδία χωρίς να έχει παρακολουθήσει πλήθος θεωρητικών μαθημάτων για το τι είναι τραγωδία, για το ποιος ήταν ο Σοφοκλής και ο Αισχύλος, παρόλο που τα ξέρει ήδη καλά, υποτίθεται, από τη βασική του, σχολική εκπαίδευση;

 Αυτή η απλή ερώτηση μου ήρθε στο νου, συζητώντας με μια φίλη, σχετικά με το πόσο χρήσιμο είναι να έχει θεωρητικές γνώσεις για το λαϊκό παραμύθι κάποιος που θα ήθελε να αφηγηθεί παραμύθια (ή και να γίνει επαγγελματίας αφηγητής). Μήπως ακόμα και τα θεωρητικά, λαογραφικά μαθήματα γνωριμίας με το πρωτογενές υλικό θα έπρεπε να συνοδεύονται από ένα "βιωματικό",  πρακτικό κομμάτι, ώστε να μην είναι μία "απλή" διδασκαλία, όπου η συμμετοχή των φοιτητών συνίσταται στην αναζήτηση νέας γνώσης μέσω της κλασικής μεθόδου της βιβλιογραφίας και του διαλόγου; Είναι δύσκολο να ακούμε "μόνο θεωρία";

 Από την διδακτική μου εμπειρία ως τώρα έχω διαπιστώσει ότι σχετικά με το αντικείμενο "λαϊκό παραμύθι" πολλές φορές είναι άγνωστα ακόμα και τα πιο βασικά: δηλαδή, ακόμα και το ότι το λαϊκό παραμύθι δεν είναι το ίδιο είδος με το λογοτεχνικό, κι ας χρησιμοποιείται η ίδια λέξη και για τα δύο. Και ότι οι διαφορές τους είναι πολλές και σημαντικές, αφού τα δύο είδη υπακούουν σε εντελώς διαφορετικούς κανόνες σύνθεσης. Ο Μαξ Λούθι αφιέρωσε πολλές δεκαετίες για να μελετήσει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των λαϊκών παραμυθιών, αναλύοντας εκατοντάδες ιστορίες και παραλλαγές τους, κυρίως ευρωπαϊκές (Max Luethi, Das Volksmaerchen als Dichtung, Aesthetik und Anthropologie και Das europaeische Volksmaerchen. Form und Wesen). 
Τα βιβλία κυκλοφορούν και στα αγγλικά, το πρώτο σύντομα και στα ελληνικά). Από τις μελέτες αυτές γνωρίζουμε τα στοιχεία που διαμορφώνουν το ιδιαίτερο ύφος του λαϊκού παραμυθιού, όλα αυτά που το κάνουν διαφορετικό είδος μέσα στην ανθρώπινη λογοτεχνία. 
 Οι παραδοσιακοί παραμυθάδες είχαν τα στοιχεία αυτά μέσα τους, κι όταν παρέκκλιναν από τους "στιβαρούς νόμους σύνθεσης" (όπως λέει ο Προπ για το μαγικό παραμύθι), τότε οι ιστορίες τους εξαφανίζονταν και δεν τις έλεγε πια άλλος (προληπτική λογοκρισία του κοινού, Ρόμπαν Γιάκoμπσον).

Ένας σύγχρονος αφηγητής δεν ζει πλέον μέσα στο περιβάλλον της προφορικής διάδοσης των ιστοριών, άρα ο μόνος τρόπος να καταλάβει τι είναι αυτές οι αφηγήσεις που μας τις έχουν κληροδοτήσει οι αιώνες, είναι να μελετήσει βιβλιογραφία. Και να διαβάζει, φυσικά, συνέχεια, νέες ιστορίες και τις παραλλαγές τους. Είναι αυτό θεωρητική γνώση και προσέγγιση; Είναι, αν όμως κάποιος δεν την έχει, τότε μπορεί να καταλήξει σε ατυχείς πειραματισμούς με το αντικείμενο, ακόμα και να το γελοιοποιήσει.


 Νομίζω, λοιπόν, πως η καλλιέργεια της γνώσης γίνεται πρώτα από όλα μέσω του διαλόγου και των επιχειρημάτων πάνω σε μια βάση σταθερή, τις έρευνες δηλαδή των σοβαρών μελετητών του κάθε αντικειμένου. Ο διάλογος μπορεί να είναι παθιασμένος ίσως, κάποτε, αλλά ας είναι επιστημονικός...

Κι έπειτα, με αφορμή αυτή τη συζήτηση, θυμήθηκα και άλλες φετινές συζητήσεις με γνωστούς και άγνωστους και άρχισα να σκέφτομαι τα εξής:


  Υπάρχει ένα γενικότερο θέμα στην εποχή μας, που αφορά όλους τους κλάδους, κι όλη την εκπαίδευση συνολικά: οι άνθρωποι πιστεύουν πως αυτό που τους χρειάζεται είναι οδηγίες. Οι νηπιαγωγοί κι οι δάσκαλοι θέλουν να επιμορφωθούν (ή είναι υποχρεωμένοι να το κάνουν, για την αξιολόγηση), αλλά πιστεύουν πως επιμόρφωση είναι να παρακολουθήσουν, για ένα 3ωρο, 5ωρο, 6ωρο, κάποιον που θα τους δώσει πρακτικές συμβουλές για το τι να κάνουν στην τάξη τους. (Το ίδιο άλλωστε περιμένουν κι οι γονείς, από τους αντίστοιχους "ειδικούς", που θα τους πουν τι να κάνουν με τα παιδιά τους). Οι φοιτητές μαζεύουν χιλιάδες χαρτιά από επιμορφωτικά σεμινάρια που απλώς αγγίζουν ένα θέμα, χωρίς φυσικά να εμβαθύνουν σε τίποτα. Εν μέρει αυτή η κατάσταση είναι κατανοητή, δεν υπάρχουν και χρήματα, δεν υπάρχει και πολλή όρεξη πια, αλλά πέρα από όλα αυτά, αυτό που διακρίνω είναι η κυριαρχία της εργαλειακής χρήσης των πάντων, και η έλλειψη πάθους για περαιτέρω μελέτη και έρευνα. Είναι πραγματικά λυπηρό.