Τετάρτη 10 Αυγούστου 2022

Η αφήγηση ως κεντρικός άξονας στη νουβέλα «Το στρίψιμο της βίδας» του Henry James

της Ειρήνης Χρονοπούλου

Η Αφήγηση ως κεντρικός Το Στρίψιμο της βίδας[1] έπεσε στα χέρια μου εκεί γύρω στα τέλη της Άνοιξης. «Τί πιο τρομερό από το να ξεκινήσει το καλοκαίρι της έτσι», ίσως σκεφτεί κάποιος, ειρωνικά. Κι όμως, λίγοι μπορούν ν αμφισβητήσουν τη γοητεία του συγκεκριμένου πονήματος του Henry James. Παρόλες τις κινηματογραφικές, θεατρικές και πρόσφατα τηλεοπτικές μεταφορές αυτού του λογοτεχνικού έργου, ελάχιστοι γνωρίζουν ότι ουσιαστικά η ιστορία, η θεματική στήνεται γύρω από έναν κύκλο αφηγητών. Ότι η όσμωση που δημιουργείται μέσα στην αφηγηματική κοινότητα, είναι κι αυτή που οδηγεί τον αφηγητή στην αρχή και στη συνέχεια, εν είδη εγκιβωτισμού, την αφηγήτρια να στρίψει τη βίδα του σασπένς στην ιστορία του/της.

Ποιοί αφηγούνται και κυρίως για ποιο λόγο αφηγούμαστε; Σε τί εξυπηρετεί η αφήγηση; Και με ποιά θέματα μας αρέσει να τραβάμε την προσοχή των ακροατών μας;


Συνήθως, έχουμε μια πολύ συγκεκριμένη ιδέα για κάποιον που αφηγείται: ένας άνθρωπος, στη μέση μιας αίθουσας ή απέναντι από ένα κοινό, εξιστορώντας ένα αφήγημα. Παραμύθι; Ιστορία που δεν πρέπει να ξεχαστεί; Κατορθώματα ηρώων; Κάτι παράδοξο, ανατριχιαστικό, ευτράπελο που όμως μπορεί και να έχει συμβεί; Ο/η αφηγητής/αφηγήτρια είναι αυτό το πλάσμα που αναλαμβάνει να πει μια ιστορία, θεωρώντας ότι αξίζει να ειπωθεί στη δεδομένη στιγμή, όπου απέναντί του ή γύρω του έχει διαμορφωθεί αυτός ο κύκλος, αυτή η, έστω και για το χρονικό πλαίσιο που θα διαρκέσει η εξιστόρηση, κοινότητα αφήγησης. Γιατί χωρίς αφηγηματική κοινότητα, χωρίς κοινό, χωρίς έναν κύκλο που να αγγίζει πρώτα, να ενώνει, να κάνει τους ακροατές του/της αφηγητή/αφηγήτριας να μοιράζονται κι εντέλει να προωθήσουν κι οι ίδιοι την ιστορία, δεν υπάρχει αφήγηση.

Όταν ο Henry James,στα τέλη του 19ου αι, έπεσε σε κατάθλιψη λόγω του αποτυχημένου του Guy Domville[2], είχε πείσει τον εαυτό του ότι χρειαζόταν κάτι που θα τον έβγαζε απ αυτό το ψυχολογικό τέλμα. Η ευκαιρία δεν άργησε να του δοθεί: «Καταχωρίζω εδώ την ιστορία φαντασμάτων που μου είπε στο Addington (το βράδυ της Πέμπτης, 10 του μηνός) ο Αρχιεπίσκοπος του Canterbury... για δύο μικρά παιδιά... αφημένα στη φροντίδα των υπηρετών σε μια παλιά εξοχική έπαυλη, λόγω του θανάτου προφανώς των γονιών τους. Οι υπηρέτες, μοχθηροί και ακόλαστοι, διαφθείρουν κι εκμαυλίζουν τα παιδιά... Αυτοί πεθαίνουν (στην ιστορία δεν είναι ξεκάθαρο πώς) και τα φαντάσματά τους επιστρέφουν για να στοιχειώσουν το σπίτι και τα παιδιά, τα οποία φαίνεται να καλούν κοντά τους... Τα στοιχεία είναι ασαφή και η ιστορία ατελής, εμπεριέχει όμως μια παράδοξα φρικιαστική γοητεία. Την ιστορία θα αφηγείται κάποιος τρίτος, ένας εξωτερικός παρατηρητής.[3]»Και κάπως έτσι εγένετο το «Στρίψιμο της βίδας»...


Η ιστορία έχει όλα τα στοιχεία μιας νουβέλας. Πολλοί θεωρούν ότι είναι η απαρχή της νεογοτθικής νουβέλας ή κατά τον
Todorov ένα δείγμα του φανταστικού genre. Η νουβέλα, που εγκαινιάστηκε από τον Βοκάκιο κατά τον 14ο αι με το Δεκαήμερό του, συνεχίστηκε απ τον άγνωστο συγγραφέα των Cent Nouvelles nouvellesτο 1460, απτο Évangiles des quenouillesπου πρωτοεκδόθηκε στην Bruges, πάλι από άγνωστο συγγραφέα το 1480, κατά τον 16ο αι απ τον Philippe de Vigneulle και τις δικές του Cent Nouvelles nouvelles, τον Nicolas de Troyes και το Grand parangon αλλά κιαπ την Marguerite de Navarre με το Heptaméronτης.

το βιβλίο 

Χαρακτηριστικά της νουβέλας είναι η παράθεση ιστοριών μικρής έκτασης από έναν κύκλο αφηγητών. Παρόλο που η θεματική μπορεί να προέρχεται από ανέκδοτα, από αστικούς μύθους, από τα fabliaux ή ακόμα και από τα exempla του μεσαίωνα αλλά και από τα παραμύθια, διαφοροποιείται απ αυτά τα είδη, τοποθετώντας τη δράση σε συγκεκριμένο χώρο και χρόνο. Μπορεί οι χαρακτήρες να μην είναι πραγματικοί κι ίσως αδρά δουλεμένοι, όμως είναι η εισαγωγή ιστορικών στοιχείων αλλά και κοινωνιολογικών κριτικών που τονίζει ακριβώς την εγκυρότητα και την αλήθεια της ιστορίας... Αν και δεν ξέρουμε αν μπορούμε πραγματικά να πιστέψουμε στην αλήθεια της νουβέλας... Ούτως ή άλλως κι αυτή προϊόν μυθοπλασίας είναι.

Σ αυτό που πρέπει να σταθούμε είναι το γεγονός ότι υπάρχει ένας κύκλος αφηγητών. Καθένας/καθεμία αφηγείται μια ιστορία έχοντας ένα συγκεκριμένο θέμα, το οποίο έχει συναποφασιστεί απ όλα τα μέλη. «Δίνω τη φωνή μου στην/στον...» είναι η χαρακτηριστική φράση της Marguerite de Navarre στο τέλος κάθε αφήγησης γυναίκας ή άνδρα στο Heptaméron της και παράλληλα δηλωτική της διάδρασης όλων των εν δυνάμει αφηγητών. Στην περίπτωση του αφηγητή/ήρωα του James, έχει ήδη υπάρξει ένας κύκλος αφήγησης, αλλά ο συγγραφέας μας αφήνει να μάθουμε μόνο τα «κόκκαλα» της προηγούμενης ιστορίας. Κι αυτά τα «κόκκαλα» αφενός οδηγούν τον αφηγητή του να διαλέξει μια πολύ ιδιαίτερη και προσωπική του ιστορία και αφετέρου «δένουν» ακόμα περισσότερο το ακροατήριο.

«Οι κυρίες που είχαν πει ότι θα παρέμεναν δεν το έκαναν, ευτυχώς: η αναχώρησή τους ήταν ήδη προγραμματισμένη κι έτσι υποχρεώθηκαν να φύγουν, λυσσασμένες, όπως είπαν από την περιέργεια που είχε ήδη καταφέρει να μας ξυπνήσει εκείνος με τις προκαταρτικές του επεξηγήσεις. Αυτό, όμως, έκανε το τελικό ακροατήριο πολύ πιο συμπαγές και εκλεκτό, μια μικρή ομάδα φίλων που καθισμένοι γύρω απ τη φωτιά μοιράζονταν μια κοινή έξαψη.»[4]

Ενεργητική παρατήρηση και συμμετοχή με σχόλια και κριτική είναι απ τη μια πλευρά η αντίδραση του κοινού, χωρίς ωστόσο να παραλείπεται και η δημιουργία ενός οξύμωρου σχήματος: ταυτόχρονα μ αυτή τη διάδραση, συνυπάρχει και η παθητική συμμετοχή των υπολοίπων που αποτελούν τον αφηγηματικό κύκλο. Συγκεντρώνεται κι ακούει προσεκτικά το κοινό και, ίσως, είναι αυτή η εσωτερική ακρόαση που «μας ανοίγει την πόρτα ενός παραμυθιού. Αντιλαμβανόμαστε την αφήγηση σαν δονήσεις, οι οποίες μετατρέπονται σε ηλεκτρικά ερεθίσματα και φτάνουν στον εγκέφαλο μέσω του ακουστικού νεύρου.[5]» Η συνέχεια είναι αυτή που περιγράφει η Estés: η ιστορία βρίσκει τον χώρο της μέσα στον κάθε ακροατή και την ερμηνεύει, την αποσυμβολίζει με τον δικό του τρόπο.

Πώς όμως η αφηγήτρια/ο αφηγητής θα φτάσει το κοινό του κύκλου σε τέτοιο σημείο συμμετοχικότητας ή αντίστοιχα στην μοναχική παρατήρηση; Ίσως απ τα πιο δύσκολα στοιχήματα για κάποιον που πρόκειται ν αφηγηθεί είναι η ιστορία που θα διαλέξει. Θα μπορέσει να τραβήξει την προσοχή του κοινού, θα τους κρατήσει μέχρι το τέλος με το «who done it?», θα φτάσει την ιστορία στην κορύφωσή της χωρίς να τους απογοητεύσει και κυρίως θα αφήσει πάλι τους ακροατές σε μια ήρεμη κατάσταση, όπως όταν ξεκίνησε την αφήγησή του/της στην αρχή; Αυτός που λέει μια ιστορία οφείλει, πέρα απ την αγάπη για την τέχνη του, να είναι υπεύθυνος απέναντι στο ακροατήριό του.

Ο Henry James στήνει το χωροχρόνο της αφηγησής του πολύ μεθοδικά. Μια παραμονή Χριστουγέννων, ο ήρωάς του ο Douglas, όπως και άλλοι προσκεκλημένοι σε μια εξοχική κατοικία, με αφορμή την αφήγηση μιας τρομακτικής ιστορίας με υπερφυσικές διαστάσεις που πρωταγωνιστή της έχει ένα παιδί, στρίβει τη βίδα του suspense στους ακροατές και υπόσχεται ν αφηγηθεί το βίωμα της γκουβερνάντας της αδελφής του. Η γυναίκα, στο τέλος της ζωής της, είχε αποφασίσει να καταγράψει τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στο Bly και αφορούσαν σε δύο παιδιά, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι, και την εμφάνιση δύο σκιών, δύο φαντασμάτων. Ο Douglas προλογίζει την αφήγησή του με τέτοιο τρόπο,ώστε να στρέψει την προσοχή όλων πάνω του.

«Αν ένα παιδί προσθέτει ένα στρίψιμο στη βίδα του σασπένς, τι θα λέγατε στην περίπτωση που ήταν δύο τα παιδιά...;»

«Θα λέγαμε, βεβαίως», πετάχτηκε κάποιος, «ότι στρίβουν δυο φορές τη βίδα! Και θα λέγαμε επίσης ότι θέλουμε να ακούσουμε την ιστορία τους!»

«Μέχρι τώρα δεν την έχει ακούσει ποτέ άλλος κανένας εκτός από εμένα. Είναι πάρα πολύ φρικτή».[6]

Ακόμα κι αν δεν έχει προλάβει να χτίσει μια σχέση με το ακροατήριό του, με κοινές αξίες κι αισθητική, ο αφηγητής/η αφηγήτρια γίνεται το μέσο, προκειμένου το αφήγημα να κάνει μια διαδρομή μέσα σ έναν χωροχρονικό άξονα. Μια παλιά ιστορία, που ακούγεται τώρα, κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες και σε ορισμένο χώρο, έχει τη δυναμική να ταξιδέψει μέσω αυτών που την άκουσαν απ τα χείλη του αφηγητή/της αφηγήτριας.

Αν το πρωτογενές ακροατήριο ενός ανθρώπου, που αφηγείται μια ιστορία, είναι οι άμεσοι κοντινοί του, είτε είναι αγαπημένοι του, είτε στενοί του συνεργάτες, είναι το δίχως άλλο αυτό που θα οδηγήσει τον αφηγητή/την αφηγήτρια σε διορθωτικές κινήσεις, τόσο στην έκφραση όσο και στη δομή του αφηγήματος, ώστε να φτάσει στο επιθυμητό αποτέλεσμα. Κάτι που όμως δεν συνέβη στον Henry James και τον πρώτο ακροατή του...

Από Θεατρική παράσταση

Ο συγγραφέας είχε σταματήσει εκείνο τον καιρό να γράφει στο χέρι κι αποφάσισε να υπαγορεύσει αυτή τη νουβέλα σ έναν γραμματέα, έναν βλοσυρό Σκοτσέζο, ονόματι McAlpine. Σκοπός του ήταν να κρατήσει τους αναγνώστες του, αλλά και να τρομάξει τους πάντες μ αυτήν την ιστορία... Μπορώ μόνο να μαντέψω τον θυμό και τα νεύρα τουHenry James, όταν περιέγραφε σ έναν φίλο του τις αντιδράσεις αυτού του «άκαρδου Σκοτσέζου που δεν έδειξε ούτε ένα τόσο δα συναίσθημα. Του υπαγόρευα προτάσεις που νόμιζα ότι θα τον κάνουν να πεταχτεί πάνω απ τον φόβο του, κι αυτός τις σημείωνε λες και ήταν ασκήσεις γεωμετρίας![7]»

Ο McAlpine,μάλλον, έκανε απλά τη δουλειά του ως γραμματέας και ίσως να μην άφησε ποτέ την ιστορία να φτάσει και να «καθίσει» μέσα του. Δεν συνδέθηκε, ίσως, ποτέ με το αφηγηματικό πλαίσιο που του εξιστόρησε ο Henry James. Εύχομαι, όλοι όσοι αφηγείστε, να δημιουργείτε με το κοινό σας τέτοιους αφηγηματικούς δεσμούς και, εντέλει, να φτιάχνετε κοινότητες, σαν αυτόν που έστησε γύρω του ο Douglas μια Παραμονή Χριστουγέννων, σε κάποια έπαυλη στην αγγλική εξοχή.





[1]Henry James, Το στρίψιμο της βίδας, μετάφραση στα ελληνικά Τόνια Κοβαλένκο, Ψυχογιός, Αθήνα, 2019

[2]Θεατρικό του Henry James του 1894. Όταν ανέβηκε για πρώτη φορά το έργο, στο τέλος οι θεατές γιουχάισαν τον συγγραφέα. Στις Σημειώσεις του, ο συγγραφέας δηλώνει ότι επιστρέφει στην μυθοπλασία, λέγοντας «ξανάπιασα την παλιά μου πένα – την πένα των αξέχαστων προσπαθειών μου και των ιερών μου αγώνων. Δεν χρειάζεται να πω κάτι άλλο στον εαυτό μου σήμερα. Το μέλλον ανοίγεται μπροστά μου μεγάλο, γεμάτο και υψηλό. Ίσως τώρα να είναι η στιγμή που θα γράψω το έργο της ζωής μου. Και θα το κάνω.»

[3]Από το επίμετρο της ελληνικής έκδοσης όπου υπάρχει το άρθρο του ιρλανδού συγγραφέα Colm Tóibín και δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα The Guardian με τίτλο «Απόλυτο κακό», σελ. 209

[4]Σελ. 19 από Το στρίψιμο της βίδας, μετάφραση στα ελληνικά Τόνια Κοβαλένκο, Ψυχογιός, Αθήνα, 2019

[5]Clarissa Pinkola Estés, Γυναίκες που τρέχουν με τους λύκους: Ιστορίες και Μύθοι του αρχέτυπου της άγριας γυναίκας, Grasset, Paris, 1996, σελ. 46

[6]Σελ. 14 από Το στρίψιμο της βίδας, μετάφραση στα ελληνικά Τόνια Κοβαλένκο, Ψυχογιός, Αθήνα, 2019

[7]Από το επίμετρο της ελληνικής έκδοσης όπου υπάρχει το άρθρο του ιρλανδού συγγραφέα Colm Tóibín και δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα The Guardian με τίτλο «Απόλυτο κακό», σελ. 213

Σάββατο 12 Φεβρουαρίου 2022

ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ και ΠΟΥΛΙΑ . Τα δύο αδέρφια (ΜΕΡΟΣ β)

Kay Nielsen
Kay Nielsen























Λίγες ακόμα σκέψεις για τον ΑΥΓΕΡΙΝΟ και την ΠΟΥΛΙΑ (μέρος β)

O Αυγερινός και η Πούλια είναι ένα ξεχωριστό παραμύθι, για το περιεχόμενο και την πλοκή του, αλλά κυρίως για τον ρυθμό του, τη "μουσική" που κρύβει μέσα του και το ρυθμό που υπαγορεύει η αφήγηση του. Η τρίτη συμφωνία του Saint Sans,  θα μπορούσε να δώσει νότες στις σκηνές φυγής και καταδίωξης των αδερφών που να τρέχουν να ξεφύγουν από τη μάγισσα - μάνα - μητριά. Αλλά και αργότερα στην αγωνία για την πιθανή μεταμόρφωση του μικρού αδερφού, στη συνομωσία της πεθεράς αλλά και στην τελική άναχώρηση για το ουράνιο στερέωμα.

Είναι μοναδικός ο ρυθμός του παραμυθιού που "παίζει" σε διάφορα ηχοχρώματα. Είναι η μουσική, ο ρυθμός του παραμυθιού που σε συνεπαίρνουν. Κάθε παραμύθι έχει ένα βασικό χαρακτηριστικό, μεταφέρει μια αίσθηση. Αυτό εδώ μεταφέρει μια αίσθηση φυγής. Μια μόνιμη "φυγή" από την μια κατάσταση στην άλλη: Τα παιδιά φεύγουν από το σπίτι, ξεφεύγουν από τη μάγισσα, περιπλανώνται σε ένα άγνωστο και εχθρικό τοπίο, φεύγουν και στέκονται στο δέντρο, από κει φεύγουν για το παλάτι, από κει καταδιώκονται και φεύγουν για τον ουρανό. Απίστευτη μουσικότητα σε αυτές τις διαρκείς φυγές.

Ο ουρανός είναι ένα σημείο αναφοράς μιας και το παραμύθι εκτυλίσσεται κατά το μεγαλύτερο μέρος στο ύπαιθρο, σε μεγάλες ανοιχτωσιές, σε δάση και σε λιβάδια. Η μυητική διαδικασία των δυο αδερφών πραγματοποιείται ανάμεσα στον ουρανό και τη γη, στη γη και τον ουρανό μέσα από την διαδρομή τους. Το παραμύθι θέτει ως θέμα: τη σχέση των αδερφών μέσα από μια αδερφική συνεξαρτητική αγάπη-ανάγκη-δεσμό.

Η εξαρτητική αυτή σχέση ανάμεσα σε αδέρφια είναι ένα κοινό θέμα σε όλους τους πολτισμούς. Τίθεται εδώ ένα ερώτημα: Τι είδους είναι αυτή η αδερφική αγάπη; Τι είναι αυτό που κρατά τα δυο αδέρφια τόσο ενωμένα;
Μένοντας στον άξονα του παραμυθιού η ιστορία των δυο αδερφών ίσως μας πηγαίνει στα σκοτεινά μονοπάτια μιας αιμομικτικής σχέσης. Το παραμύθι έχει συνδέθεί με μυθολογικά πρότυπα, κοινωνικά, ψυχολογικά, συμβολικά και άλλα... Ομως μάλλον είναι ένα παραμύθι που «φτιάχνει» για την αδερφική συμπόρευση στη ζωή, μια θέση στον Ουρανό. Η γη δεν μπορεί να την χωρέσει. Ειναι μια "σχέση" που μπορεί να μας αποσπάσει από το δικό μας προσωπικό ταξίδι και να μας παρασύρει στην ακινησία. Να θυσιάσει την προσωπική εξέλιξη, την προκοπή μας. Στη λαϊκή ψυχή, όπως και στη φύση ή μπορείς και προχωράς ή πίνεις από την πατημασιά του αρνιού και σέρνεσαι άβουλος, όσο ο «δυνατός» αδερφός προσπαθεί να ξεφύγει, φτιάχνοντας τη δική του ζωή, όπωςκάνει η Πούλια. Παρόλα αυτά η δυνατή αυτή, εξαρτητική αδερφική αγάπη τη γυρίζει πίσω, δεν μπορεί να ξεφύγει…

Ας σκεφτούμε όμως και ένα άλλο είδος εξάρτησης, οχι αυτή της αγάπης αλλά της ανάγκης. Πόσοι άνδρες έμειναν ανύπαντροι για τις αδερφές τους, πόσες γυναίκες μεγάλωσαν τα παιδιά της μάνας τους όταν ορφάνεψαν.... Πόσα αδέρφια στερήθηκαν τη μόρφωση, τις χαρές ακόμα και απλά πράγματα όπως τα ρούχα (που έδιναν οι μεγάλοι στους μικρούς…). Πόσα αδέρφια γεροκομήθηκαν στο τέλος μέσα στο πατρικό τους σπίτι γιατί έτσι τα έφερε η ζωή... (παντρεύτηκαν, χήρεψαν, χώρισαν και τώρα ζουν μαζί από ανάγκη και από αυτή την κοινή μήτρα που τους φιλοξένησε, την κοινή περιουσία πολλές φορές). Απλές καθημερινές ανθρώπινες ιστορίες στις οποίες έρχεται να δώσει το παραμύθι πνοή με επίκεντρο την αδερφική σχέση.

Είναι μεγάλο ζήτημα οι οικογνειακές σχέσεις και δη οι αδερφικές. Οι ιεροί επουράνιοι οικογενειακοί δεσμοί.
«Το αίμα νερό δεν γίνεται...»

Μαρία Παπανικολάου


Παρασκευή 14 Ιανουαρίου 2022

«Θεέ μου, δώσε μου ένα παιδάκι κι ας είναι και... αρνάκι» . Από την Προφορική Παράδοση στο Σύγχρονο Σινεμά

 από την Ειρήνη Χρονοπούλου*

 

         

  Μπορεί κάποιος να μιλήσει για τη μεταφορά ενός παραμυθιού στη μεγάλη οθόνη, χωρίς να δώσει παράλληλα και spoilers; Στην περίπτωση του «Αμνού», ίσως και να μη μας ενδιαφέρουν καν τα spoilers…

  Πολλές φορές η βιομηχανία του κινηματογράφου έχει ασχοληθεί, έχει εμπνευστεί, έχει μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη παραμύθια. Δεν θα σταθούμε στις παραγωγές των μεγάλων studios και τα καλλιτεχνικά προϊόντα τους. Στην προκειμένη περίπτωση, πρόκειται για μια ταινία από μια βόρεια, μικρή ευρωπαϊκή χώρα, την Ισλανδία.Ο Valdimar Johanssonn, σκηνοθέτης και συν-συγγραφέας, παρεκκλίνει της πορείας του στις μεγάλες παραγωγές του Hollywood και κεντρίζει το ενδιαφέρον μας, με διαφορετικό τρόπο. Οι νεο-αφηγητές και όσοι έχουν ασχοληθεί με την προφορική παράδοση θα μπορούσαν να εντοπίσουν τη δομή ενός παραμυθιού σ΄ αυτό το καλλιτεχνικό προϊόν του νέουgenre, του folk horror, που δημιουργεί ο ισλανδός σκηνοθέτης, ο οποίος δεν κρύβει την επιρροή του απ τους μύθους των Vikings.

   Λίγα λόγια για την πλοκή: Σε μια σύγχρονη φάρμα στην Ισλανδία, όπου οι ιδιοκτήτες βάζουν στα πρόβατά τους κλασική μουσική και ύμνους, μια παραμονή Χριστουγέννων συντελείται ένα θαύμα. Έρχεται με τη μορφή μιας απόκοσμης και βίαιης αύρας, καθώς κάνει την παρουσία του αισθητή ως αέρας που μουγκρίζει, φοβίζει και εντέλει εισβάλλει στον στάβλο. Κανείς δεν μπορεί να φανταστεί τί θα συμβεί στη συνέχεια.

  Το ζευγάρι, άτεκνο, ξεγεννά μετά από λίγο καιρό[1] το θηλυκό πρόβατο που κυοφορούσε το θαύμα. Ξαφνιάζονται μ αυτό που αντικρίζουν, παίρνουν το αρνάκι αγκαλιά και το απομακρύνουν άμεσα από την μητέρα του. Ο αμνός είναι μισός άνθρωπος, είναι μισό κορίτσι... «Θεέ μου, ας είχα ένα παιδάκι κι ας ήταν και αρνάκι», και το πολυπόθητο παιδί, αυτό που το ζευγάρι περίμενε τόσον καιρό, για να επουλώσει ένα άλλο, παλιότερο τραύμα, βρίσκεται πλέον στα χέρια της μητέρας και του πατέρα.

  Ναι, θα μπορούσε κάποιος να μιλήσει για το παραμυθιακό μοτίβο ATU 409A – la fille-chèvre, περιμένοντας την μεταμόρφωση του αμνού σε κανονικό κορίτσι. Στο νου δεν μπορούν να μην έρθουν και τα ATU 450 – petit frère et petite sœur – Αυγερινός και Πούλια, ATU 711 La belle et la vilaine sœurs jumelles, που συναντάται ως Tatterhoodστα παραμύθια των VikingsΤα παραμύθια όμως δεν είναι μόνο μια λίστα... Δεν είναι μόνο μοτίβα που επαναλαμβάνονται, που είναι, λίγο πολύ, γνωστά. Είναι ιστορίες που έχουν ακουστεί απ τη φωνή ενός λαού, έχουν εγγραφεί μέσα μας, περιγράφοντας με λιτό αλλά και συνάμα συμβολικό τρόπο θέματα που αφορούν όλους μας.

  Είναι ίσως απ τις λίγες φορές που παρακολουθούμε στη μεγάλη οθόνη να υφαίνεται με τόσο σεβασμό στην προφορική παράδοση, ένα τέτοιο καλλιτεχνικό προϊόν, «ένα παραμύθι για ενήλικες», όπως τόνισε η Noomi Rapace στα πλαίσια συνέντευξής της στο φεστιβάλ των Καννών, η Maria της ταινίας. Μα μήπως το πρώτο κοινό των παραμυθιών ενήλικες δεν ήταν; Και όχι, στα παραμύθια δεν υπάρχουν μόνο οι νεράιδες κι οι πριγκίπισσες.

  Ο ισλανδός σκηνοθέτης, Valdimar Johanssonn, υπογράφει το πρώτο του φιλμ και μιλάει με εικόνες. Διατηρεί τη δομήτου λαϊκού παραμυθιού, με τον χρόνο να ορίζεται από τον κύκλο της φύσης και τον τόπο, με μεγάλα και αργά πλάνα, να πλαισιώνεται από το καταπράσινο ισλανδικό τοπίο που το δέρνει ο άερας, το πλένει η βροχή, το κρύβει η ομίχλη αλλά και το φωτίζει ένας λαμπρός ήλιος.

  Αν θέλαμε να μιλήσουμε για τα δρώντα πρόσωπα, έτσι όπως ορίζει ο Greimas στη σημειωτική του ανάλυση αντικαθιστώντας τα πρόσωπα και τα «dramatis personae», ίσως θα έπρεπε να τονίσουμε όχι τον ρόλο των ανθρώπινων όντων αλλά της ίδιας της φύσης. Ο σκηνοθέτης, χωρίς να εμβαθύνει παραπάνω στους ήρωές του, αρνείται να δραματοποιήσει εντάσεις ή να εξωτερικεύσει συναισθήματα, αφήνοντας τις παύσεις και τα βλέμματα των ηρώων του, του ζευγαριού, να στοιχειώσουν αυτό το παραμύθι. Το μοτίβο που πραγματεύεται η ταινία, «Θέε μου δώσε μου ένα παιδάκι, ας είναι και προβατάκι» στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι κάτι που έχουμε δει ουκ ολίγες φορές στη μεγάλη οθόνη[2], σε αστικό όμως και μοντέρνο περιβάλλον. Εδώ, ο αμνός μεταφέρεται στην καρδιά της φύσης η οποία είναι δημιουργός, παρεμβατική,απειλητική και στο τέλος αμείλικτη. Δωρήτρια και σύμμαχος παρόλο που είναι αόρατη και σχεδόν τρομακτική στον στάβλο, φτάνει στο τέλος να πάρει εκδίκηση και να θριαμβεύσει ως αντιήρωας.

  Οι εξωτερικοί παρατηρητές, τα εξωτερικά μάτια είναι αυτοί που σπάνε τη σιωπή και την αδράνεια του ζευγαριού. Η μητέρα, η βιολογική μητέρα της Άντα, η προβατίνα, ψάχνει το αρνί της, σπάει τα δεσμά της στο στάβλο και πηγαίνει κάτω απ τα παράθυρα του σπιτιού, καλώντας με το μουγγάνισμά της το παιδί της. Η μικρή Ada, ο αμνός, ενστικτωδώς ανταποκρίνεται στο κάλεσμα της μητέρας της. Η Maria κάνει ό,τι περνάει απ το χέρι της για να κόψει αυτόν τον ομφάλιο λώρο και να δημιουργήσει εκείνη έναν με την Ada. Και στο τέλος τα καταφέρνει: σκοτώνει το ζώο για να κρατήσει το αρνάκικοντά της.

  Άλλος εξωτερικός παρατηρητής, κι εν δυνάμει αντίμαχος, ο αδερφός του Ingvar, o Pjetr. Δείχνει με όλους τους τρόπους στο ζευγάρι ότι είναι αφύσικη η στάση που έχουν υιοθετήσει, δεν μπορεί να δεχτεί αυτό το τέρας της φύσης, με το κεφάλι αρνιού και το σώμα κοριτσιού. Ώσπου,στο τέλος, κι ο ίδιος αδυνατεί να αντισταθεί στο τρυφερό βλέμμα της Ada.

  Μια σπουδή πάνω στη μητρότητα απ τη μία, αναδύεται έντονα το μοτίβο της Σολομώντειας λύσης με τις δύο μητέρες που διεκδικούν ένα παιδί, κι απ την άλλη πάνω στην όσμωση που μπορούμε να έχουμε με τα ζώα, με την ίδια τη φύση. Αυτή είναι κυρίαρχος, εκτοπίζει σχεδόν το ανθρώπινο στοιχείο, είναι ήπια μα κι άγρια, ατίθαση κι ικανή για όλα.

  Η Maria και ο Ingvar προσπαθούν να επουλώσουν το τραύμα που τους έχει αφήσει η απώλεια του δικού τους παιδιού. Βλέπουν μια λύση, φτιάχνουν μια λύση μπροστά τους. Εθελοτυφλούν κατ ουσίαν. Πόσο μπορούν όμως πραγματικά να την υποστηρίξουν; Μπορούν πραγματικά να τα βάλουν με τη φύση;

  Το παρελθόν μας είναι ο οδηγός μας. Υπάρχουμε αλλά και υπήρξαμε. Το ερώτημα είναι αν μπορούμε να κουβαλήσουμε την πορεία μας, τη διαδρομή μας; Μπορούμε ν αντέξουμε την προσωπική ή άλλη αποτυχία μας, χωρίς να αφεθούμε στην ανθρώπινη θέληση για ρεβανσισμό και εντέλει επιβολή και κυριαρχία; Ασκώντας δύναμη και προσπαθώντας να επιβληθεί, ο άνθρωπος πιστεύει ότι όλοι του χρωστούν την ευτυχία του. Είναι ένα χρέος όλων των υπολοίπων προς εκείνον; Υπάρχει κάτι που μπορεί να τον επαναφέρει στην ταπεινότητά του και στη συνειδητοποίηση των ορίων του;

Η ταινία τελειώνει έτσι ακριβώς όπως αρχίζει: με την έντονη παρουσία της φύσης. Που όμως αυτή τη φορά, με τον πιο σκληρό τρόπο, έχει έρθει να δώσει την τελική της απάντηση. Όπως ακριβώς και στα παραμύθια: ίσως άγρια, ωστόσο δίκαια, αποκαθιστώντας την ισορροπία.

 



[1]Η κύηση των προβάτων διαρκεί πέντε μήνες

[2]«Το μωρό της Ρόζμαρι», του 1968, από τον Ρομάν Πολάνσκι


* Η Ειρήνη Χρονοπούλου είναι καθηγήτρια μέσης εκπαίδευσης και υποψήφια Διδάκτωρ. Ασχολείται με την αφήγηση αλλά και την έρευνα των λαϊκών παραμυθιών.

Σάββατο 8 Ιανουαρίου 2022

Καλή χρονιά... με λιγότερες πίκρες και καημούς...

Καλή χρονιά εύχομαι!

... και αν είναι ορισμός σας θα μπω στο αρχοντικό σας, μιας και έχω καιρό έρθω να σας φέρω τις σκέψεις μου. 

Τον τελευταίο καιρό παρακολουθώ ένα εξαιρετικό σεμινάριο με την κυρία Αίγλή Μπρούσκου και το ΣΥΜΕΠΕ (Σύλλογος Μέριμνας Παιδιού & Εφήβου) στο οποίο δουλευουμε πάνω σε λαικά παραμύθια. Με την ευκαιρία του σεμιναρίου καταθέτω και εδώ μερικές σκέψεις για το γνωστό παραμύθι Ο ΚΑΗΜΟΣ.

Αν δε τον γνωρίζετε μπορείτε εύκολα να το βρείτε στο διαδίκτυο αλλά οι περισσότεροι παραμυθάδες ι το ξέρετε φαντάζομαι. Πιο κάτω κάνω μια μικρή περιγραφή.

Ο Γαργαντούας του Ραμπελέ

Ο ΚΑΗΜΟΣ,  είναι ένα από τα πολυειπωμένα  παραμύθια από τους παραμυθάδες –νεοαφηγητές  των τελευταίων χρόνων. Φαίνεται πως αγαπούν να το λένε, γιατί είναι ένα γοητευτικό παραμύθι εξαιτίας μάλλον της «κανιβαλιστικής» εξω-μορφής του, που δημιουργεί την ανάλογη «αφηγηματική» ατμόσφαιρα καθώς αυτή διατρέχει το παραμύθι σχεδόν ως το τέλος του και λιγότερο λόγω του αφανούς (?) περιεχομένου του.

Το παραμύθι συνδυάζει το μοτίβο του κανιβαλισμού, θυμίζοντας αρκετά τον Κανίβαλο δάσκαλο, ενώ περιλαμβάνει και τα μοτίβα της σιωπής και της υπομονής (το μαχαίρι της υπομονής κτλ) καθώς δανείζεται στοιχεία από τα μοτίβα των τύπων γύρω στο ATU 400 (και 710?).... 

Μικρή περιγραφή

Ένα σκουλήκι (ένα τέρας, ένα δαιμονικό πλάσμα) που ανήκει στην ηρωίδα του παραμυθιού κατατρώει τα πάντα για να θραφεί και εκείνη παρόλο που καταβροχθίζονται συγγενείς, χωριανοί ακόμα και τα παιδιά της …κρατά το στόμα της κλειστό. Ώσπου τα παίρνει όλα πίσω.

Οι σκέψεις

Μια πρόκληση τέθηκε μέσα από τη διαδικασί του σεμιναρίου και αυτή δεν ήταν άλλη από το ναα αφηγηθούμε το παραμύθι σε γνωστούς και φίλους και να δούμε τις αντιδράσεις τους.

Η αλήθεια είναι πως η σκέψη και μόνο να αφήγηθείς ένα τέτοιο παραμύθι ήταν εξόχως... προκλητική. Η αλήθεια είναι πως με προβλημάτισε πολύ. Ως παραμυθού στον δρόμο των παραμυθιών έχω κατασταλάξει στο γεγονός ότι η θέση μου διαφέρει πολύ από αυτή του ερευνητή. Θεωρώ πως είμαι κάτι σαν… μεταφορέας με αποστολή, ας πούμε. Φυσικά όλα αυτά δεν αφορούν την άσκηση αλλά τεκμηριώνουν το γιατί τελικά δεν μπορεσα να αφηγηθώ το παραμύθι.. Το αφηγήθηκα όμως με τον τρόπο μου, με αυτό το σιωπηρό περπάτημα του παραμυθιού που κάνουμε συνήθως οι παραμυθάδες...

Αυτό που με σταμάτησε στο να το αφηγηθώ ήταν το γεγονός πως δεν αισθανόμουν έτοιμη να το μοιραστώ. Νομίζω πως μπορεί να το παρακάνουμε πολλές φορές...ένα παραμύθι είναι στο τέλος τέλος... Θεωρώ όμως πως ο ρόλος του παραμυθά είναι να μεταφέρει, να ξαναλέει το παραμύθι έχοντας όμως «γνώση» του ΤΙ μεταφέρει. Δηλαδή για να φέρω ένα παράδειγμα,  αυτός που έχει ένα φορτηγό και μεταφέρει πετρέλαιο ή φυσικό αέριο, είναι πιθανό να ανησυχεί λίγο περισσότερο από αυτόν που μεταφέρει… γάλα.

Ας πούμε λοιπόν πως με κάνει να αισθάνομαι άβολα, ίσως λίγο περισσότερο από άλλους όταν «μεταφέρω» ένα παραμύθι για το οποίο υπάρχει περίπτωση να βγουν από το στόμα μου λέξεις που δεν πρέπει να «ακουστούν» από κάποιον που μπορεί να μην είναι έτοιμος, να μην τον αφορά ή να μην χρειάζεται να ακούσει το παραμύθι για πολύ σοβαρούς λόγους αυτή τη συγκεκριμένη στιγμή. Και αυτό συμβαίνει γιατί για μένα, το παραμύθι μεταφέρει ένα λόγο, ας πούμε, μαγικό. Ας πούμε, μυστικό-μυσταγωγικό και ας πούμε και μεταφυσικό-θεραπευτικό ή αφυπνιστικό .  Όχι, δεν θεωρώ πως είμαι κάτι σαν αυτούς τους «μάμπο τζάμπο», new age, τύπου «μαγιολίκια για όλους» παραμυθάδες, θεραπευτές κτλ κτλ. Ξέρω πως εύκολα θα μπορούσα να βρω δυο τρεις ή και περισσότερους ανθρώπους να ακούσουν τον ΚΑΗΜΟ και να μείνουν λίγο κάγκελο, με το στόμα ανοιχτό, να ξαφνιαστούν, να μη δώσουν σημασία, να γελάσουν από αμηχανία ή αδιαφορία ή τελικά να με κοιτάξουν με βλέμμα: «τι ν’ τούτο»; Για μένα και το παραμύθι το «τι ν΄τούτο».

Αν το έλεγα σε παιδιά με παιγνιώδη διάθεση ίσως να γελούσαν ή να παρομοίαζαν το «σκουλήκι» σαν αυτές τις τεράστιες πλαστικές κάμπιες που είναι έξω από τα νηπιαγωγεία που καταπίνουν παιδάκια σε κάθε διάλειμμα. Αν το έλεγα σοβαρή και με στόμφο ίσως με περνούσαν για τίποτα politically correct που κάτι υπονοώ… αλλά τι; (ω όχι άλλη τροφή στην υπερανάλυση, προς Θεού). Αν το έλεγα υπονοώντας τις πράξεις μιας κακομαθημένης κοπελίτσας που ξεκίνησε υποκινούμενη από περιέργεια και θάρρος-θράσσος ή άγνοια για να καταλήξει μια χαροκαμένη μάνα που της καταπίνουν "τα παιδιά" της, ίσως να φαινόταν το παραμύθι …μελό και μακριά από μας αυτά τα πράγματα. Αν το έλεγα αδιάφορα και στεγνά ίσως να βαριόντουσαν, να ξυόντουσαν και να λυγιόντουσαν … και να μάνι μάνι κάποιες πιθανές αντιδράσεις. Που όμως τις φαντάστηκα και δεν τις είδα με τα μάτια μου…

Γαργαντούας, Gustave Dore


Εκεί στην πρώτη βδομάδα της βαθιάς σέψης για το παραμύθι η λέξη-σκέψη που ξεπήδησε στο μυαλό μου ήταν: ΤΡΟΦΗ ή τροφή τρέφει, γερεύει, μεγαλώνει, δυναμώνει… Η τροφή μου μεγαλώνει τον καημό είναι για μένα σημείο κλειδί και πάντα μιλώ βάσει του τι σκέφτομαι εγώ και όχι τι υπάρχει σαν προσέγγιση από καταξιωμένους ερευνητές που είναι οι αναφορές όλων μας και δεν αμφισβητούνται.

Για κάποιο λόγο απροσδιόριστο μου ήρθαν στο νου καθώς σκεφτόμουν το παραμύθι τα λόγια του Παπά Γιώργη (Παπά σ ένα μικρό χωριό της Αρκαδίας), όταν είχα μωρό το γιό μου και τον είχα αγκαλιά σε ένα πανηγύρι της Παναγίας. Ο μικρός λοιπόν,  όπου έβλεπε ψωμί (μόλις είχε αρχίσει να μασουλάει) γούρλωνε τα μάτια και τραβιόταν να το φτάσει. Ήταν εκεί ένα πανέρι με άρτο. Είχε πει τότε ο Παπα Γιώργης «Άστο ψάχνει φαί, ψάχνει ζωή». Ό, τι θρέφεται ζει. Άρα γιατί να είναι τόσο κακό κάτι να τρώει και να μεγαλώνει; Έστω και σκουλήκι… ψάχνει ζωή έτσι. Ο, τι δεν θρέφεται πεθαίνει οπότε έκανε το σωστό ο σκώληξ.

Τώρα θα πει κανείς ναι, αλλά τι τρώει; Εδώ καταπίνει ανθρώπους όχι αστεία. Και μετά σκέφτηκα πως το μοτίβο της κανιβαλικής τροφής και της αλληλοβοράς σημαίνει πολλές φορές την «ενσωμάτωση». Ότι τρως το ενσωματώνεις. Το βάζεις μέσα σου, το κάνεις μέρος του εαυτού σου.Είμαστε και εμείς κανίβαλοι με ένα τρόπο απέναντι σε όσους αγαπάμε ή «με» όσους αγαπάμε. Η τροφή και ειδικά η κανιβαλική τροφή είναι ένα κομμάτι της μυητικής διαδικασίας έστω και συμβολικά σε όλους τους πολιτισμούς.

Όταν γεννιέται ένα παιδί και το βλέπουμε μωράκι στρουμπουλό, λέμε «αχου το, θα του φάω το μαγουλάκι», «θα του φάω το πωπουδάκι», «καλέ τι όμορφο μωρό… για φάγωμα είναι».  Λένε πως αυτό που ζητάμε δεν είναι φυσικά να φάμε το όμορφο μωρό αλλά να το βάλουμε ανάμεσά μας στο σώμα της οικογένειας μας, της φυλής… της κοινωνίας μας. Με έναν «ανθρωποφαγικό» τρόπο να το προστατέψουμε βάζοντας το μέσα στις ζεστές κοιλιές μας. Να το κάνουμε ένα μ εμάς.

Συνδυάζοντας τα δεδομένα: το θάρρος, την άγνοια (?) ή τον παρορμητισμό της κοπέλας να πάρει Καημό και να τον θρέψει (να του δώσει ζωή) από την μια και από την άλλη την αδηφάγα όρεξη για φαγητό, του Καημού (ανάγκη να ενσωματώσει) σε συνδυασμό επίσης με την υπομονή, τη σιωπή ή και την «συνενοχή» της κοπέλας σκεφτόμαστε: μήπως αυτοί οι δυο ήταν ένα πράμα και κάπου το πήγαιναν το θέμα;

 Αλήθεια εμείς θρέφουμε τους καημούς μας; Δηλαδή τις σκέψεις, τις ιδέες, τις επιδιώξεις μας, ακόμα και τις εξαρτήσεις, τις μανίες ή τους νταλκάδες μας; Τα όνειρά μας, της αγάπες μας βρε αδερφέ; Θρέφουμε όλα τούτα που θα μας μεγαλώσουν, θα μας πάνε εμπρός, θα μας αναπτύξουν (?)  υλικά και συναισθηματικά: γνώση, συναισθήματα, υλικά αγαθά.                                                                      Μήπως τελικά η κοπέλα ήξερε τι έκανε διαλέγοντας να έχει «καημό» και όχι να είναι καμιά οκνηρή μίζερη που θα την πάντρευαν με όποιον ήθελαν και θα της κανόνιζαν τη ζωή… και φυσικά εδώ «μπαίνει» και η επιλογή της «σιωπής». Για μένα η ηρωίδα του ΚΑΗΜΟΥ είναι η πιο «χειραφετημένη» από τις σιωπηλές ηρωίδες. Με ένα εσωτερικό και ενδόμυχο τρόπο μένει πιστή στο «σιωπηλό συμβόλαιο» με τον εαυτό της. Μα πως να μοιραστείς κάτι τόσο "μυστικό" σχεδόν μυστικιστικό και προσωπικό, ακόμα και μια κακή συνήεθια ή μια εξάρτηση...με κάποιον τρίτο. Ετσι αυτή παραμένει "πιστή" ως το τέλος. Ό,τι και να γίνει εκείνη θα «ταϊζει» τον καημό της ακόμα και με τη σάρκα από τη σάρκα της...τα παιδιά της.

Αν δεν πάμε τόοοοσο βαθιά και μιλήσουμε για κάθε είδος καημό. Τίποτα δεν αποκτιέται χωρίς «καημό», χωρίς νταλκά, χωρίς μεράκι που γίνεται σκουλήκι μέσα μας και μεγαλώνει για να μας μεγαλώσει εμάς τους ίδιους να μας πάει παραπέρα;  

Πολλές φορές αυτοί οι καημοί είναι λογικοί, άλλες παράλογοι. Ένας πλατωνικός και ανομολόγητος έρωτας, ας πούμε, που μας κατατρώει και τον ταιζουμε ενώ ξέρουμε πως δεν θα βγάλει πουθενά ή αντίθετα θα μας βλάψει ή μια «αδυναμία» μας, μια εξάρτηση: σε ουσίες, στο τζόγο ή ακόμα και στο φαγητό… Εξαρτήσεις που μας απομακρύνουν από την «εξέλιξη» μας από την αυτονομίας μας… από την πορεία μας για να γίνουμε «βασιλιάδες». Που αν όμως καταφέρουμε να το «τιθασεύσουμε» θα γίνει για μας μάθημα ζωής.

Υπάρχουν όμως και άλλοι «καημοί» πιο καθημερινοί ας πούμε. Έχουμε καημό να μεγαλώσουμε, να μάθουμε, να φτιάξουμε τη ζωή μας, καημό να παντρευτούμε, καημό να κάνουμε παιδιά, καημό να πάει καλά η δουλειά μας, καημό να προικίσουμε τα παιδιά μας… αχ καημοί ατέλειωτοι, αλλά καημοί που μας εξελίσσουν… μας προχωράνε…

Ως κατακλείδα θυμίζω και αυτή την Ινδιάνικη ιστορία με τους δυο λύκους (εαυτούς) : τον καλό και τον κακό που τελικά εσύ αποφασίζεις… ποιον θα θρέψεις και πως θα πορευτείς στη ζωή… και αυτοί κάτι θέλουν να φάνε …

Ό,τι θρέφουμε μέσα μας μεγαλώνει και είτε μας καταπίνει κι εμάς είτε στο τέλος σκάει και μας γυρίζει πίσω το χρόνο και τον κόπο μας …εμείς επιλέγουμε τελικά

«Άστο ψάχνει φαί, ψάχνει ζωή…» είχε πει ο Παπα Γιώργης.

 Μαρία Παπανικολάου και παραμυθού

8/1/2022

 * Η Επιλογή των δυο εικόνων από τον Γαργαντούα του Ραμπελέ δεν είναι καθόλου τύχαια

* Υπάρχει μια εξαιρετική προσέγγιση στο παραμύθι από μια δασκάλα αφηγήτρια, την Λίλη Λαμπρέλλη που ακόμα θυμάμαι την ανατριχίλα που ένιωσα όταν άκουσα τον ΚΑΗΜΟ από εκείνη. Η Προσέγγιση περιλαμβάνεται στο βιβλίο της ΛΟΓΟΣ ΕΥΘΡΑΥΣΤΟΣ ΚΑΙ ΑΘΑΝΤΟΣ (εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ).

Τρίτη 21 Σεπτεμβρίου 2021

Αληθινή Ιστορία του Λουκιανού. Mια μαγική συνάντηση με διαφορά …αιώνων

 

 

(συνέντευξη με την Μ.Παπανικολάου & τον Η. Κασσελά)

Η απίθανη ΑΛΗΘΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ του ρήτορα, φιλόσοφου και πολυγραφότατου συγγραφέα, Λουκιανού που έζησε το 2ο αιώνα μ.χ. «ξαναγράφεται», μέσα από μια νέα μετάφραση –και απόδοση, από τη συγγραφέα και αφηγήτρια, Μαρία Παπανικολάου και πλαισιώνεται από τις ιδιόμορφες ζωγραφιές του Ηλία Κασσελά.

Το έργο «Αληθινή Ιστορία» του Λουκιανού θεωρείται το πρώτο μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας, κατά τους φιλόλογους, μιας και περιγράφει για πρώτη φορά στα συγγραφικά χρονικά, ένα ταξίδι από τη γη στη Σελήνη (περίπου 17 αιώνες πριν τον Ιούλιο Βερν), ένα διαγαλαξιακό πόλεμο με εξωγήινα όντα και πλανήτες που κατοικούνται από αυτά, αλλά και άλλες απίθανες περιπέτειες για πενήντα νέους άντρες, που σάλπαραν από τις Ηράκλειες Στήλες με προορισμό την περιπέτεια. Είναι ένα φανταστικό μυθιστόρημα για όσους αγαπούν τις περιπέτειες και τα ταξίδια χωρίς προορισμό!

Εδώ λοιπόν, πρόκειται για μια νέα αφήγηση, μια ελεύθερη απόδοση της ΑΛΗΘΙΝΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ του Λουκιανού  (εκδόσεις Polaris) από μια νέα συγγραφέα. Αυτό είναι το τρίτο της βιβλίο. Η Μαρία Παπανικολάου με σπουδές στην ιστορία και τη δημοσιογραφία, μαθήτευσε επίσης την τέχνη της προφορικής αφήγησης και την υπηρετεί εδώ και 18 χρόνια μεταφέροντας την πολύτιμη εμπειρία της προφορικότητας στη συγγραφή. Στην Αληθινή Ιστορία, η συγγραφέας ακολουθεί τη γραμμή και το πνεύμα του Λουκιανού, τη λεπτή ειρωνεία, τον σκεπτικισμό αλλά και την ακατάσχετη υπερβολή του αρχικού κειμένου, ωστόσο αφαιρεί, προσθέτει ή και σχολιάζει το αρχικό κείμενο με την ελευθερία και τη γενναιότητα που αρμόζει σε ένα τέτοιο εγχείρημα. Όπως λέει η ίδια: «Πρόκειται για μια συνύπαρξη, που δημιουργεί έναν άχρονο διάλογο σε μια μαγική συνάντηση με διαφορά αιώνων.»

Γιατί όμως ο Λουκιανός; Τι ήταν αυτό που την έκανε να ασχοληθεί μαζί του;

«Τον πρωτοδιάβασα στο σχολείο: Αληθινή Ιστορία, Τϊμων ο Μισάνθρωπος, Νεκρικοί Διάλογοι… τον αγάπησα αμέσως. Νομίζω τον εκτιμούν πολλοί, έχει επηρεάσει επίσης πολλούς και θεωρώ πως μένει να τον ανακαλύψουν ακόμα περισσότεροι και να τον αγαπήσουν! Με ακολουθούσε χρόνια η ιδέα να ασχοληθώ μαζί του και ήρθε η ώρα. Η γνωριμία μου με το Ηλία Κασσελά, εικαστικό και συνάδελφο στη σχολή εικαστικών Global Arts Studios, όπου εργάζομαι στην Κόρινθο, ήταν καθοριστική. Η πρώτη καραντίνα μας έδωσε το χρόνο να φτιάξουμε το βιβλίο, o Λουκιανός μας πρόσφερε την απίθανη αυτή ιστορία πάνω στην οποία εγώ μετέφραζα, έγραφα και ο Ηλίας ζωγράφιζε, ήταν ένας διάλογος ανάμεσα στους …τρεις μας. Ήταν μια ανατρεπτική συνεργασία, δεν προηγήθηκε το κείμενο της εικονογράφησης αλλά γραφόταν ταυτόχρονα καθώς το ένα τροφοδοτούσε το άλλο. Νομίζω ότι ήταν μια σημαντική συγκυρία και λόγω της καραντίνας και του χρόνου που μπορούσαμε να διαθέσουμε σε αυτό το συγγραφικό-εικαστικό πείραμα»

Έχει  στα αλήθεια θέση η αρχαία γραμματεία στην σύγχρονη βιβλιοπαραγωγή; Και πόσω μάλλον μια απόδοση;

«Το αναγνωστικό κοινό αγαπά τους αρχαίους και πάντα γυρίζει σε αυτούς σαν μια σανίδα σωτηρίας σε έναν απέραντο ωκεανό γραφής. Αγαπώ και εγώ τους κλασσικούς αλλά και τους «νεότερους» της αρχαίας γραμματείας εν γένει. Κάποιους τους θαυμάζω τόσο πολύ ώστε θέλω να τους μελετήσω συγγραφικά. Έχουν πάντα κάτι να πουν. Θεωρώ πως μπορούμε να τους βλέπουμε θαρρετά με  μια νέα μετάφραση ή απόδοση των έργων τους, να συνδιαλεγόμαστε μαζί τους, να τους μελετάμε μέσα από το πρίσμα της σύγχρονης γραφής. Παγκοσμίως γίνεται αυτό. Αν ένας νεότερος συγγραφέας θέλει να αναμετρηθεί με έναν κλασσικό ακόμα και με έναν μεγάλο συγγραφέα των νεότερων χρόνων, σε μια απόδοση ή διασκευή, μπορεί να το κάνει. Αρκεί να υπάρχει σεβασμός και γνώση. Είναι η καλύτερη μορφή  σύγχρονης συγγραφικής έρευνας και μελέτης. Έχει δώσει εμπνευσμένα αποτελέσματα. Έχω διαβάσει υπέροχες αποδόσεις-διασκευές λογοτεχνικών έργων και έχω στο μυαλό μου τουλάχιστον άλλες μια –δυο που θα ήθελα να κάνω. Είναι ένα υπέροχο ταξίδι.»

Η εικονογράφηση

Οι ασπρόμαυρες ζωγραφιές με πενάκι, που συνοδεύουν το κείμενο, χαρακτηρίζονται από τη μοναδική και πρωτότυπη εικαστική ημιαυτόματη  «γραφή» του Ηλία Κασσελά,  που δημιουργεί μια διαλεκτική σχέση με την ιστορία, μέσα σε ένα ξεχωριστό ζωγραφικό «χώρο»,  που έχει "παρουσία",  δίνει εικόνα στο κείμενο και το σχολιάζει με το δικό του τρόπο.

Γιατί όμως επέλεξε να ζωγραφίζει ασπρόμαυρα; Και πως είδε αυτή του τη συνεργασία;

«Ζωγραφίζω στο χέρι, δίχως τη χρήση υπολογιστή. Επίσης, ζωγραφίζω μόνο ασπρόμαυρα, έως τώρα έστω. Ο λόγος για αυτό είναι τόσο αισθητικός (με ευχαριστεί η επικοινωνιακή αυστηρότητα των φορμών στο άσπρο-μαύρο), αλλά είναι και θέμα συνήθειας, πλέον.

Η εικονογράφηση της «Αληθινής Ιστορίας» ήταν μια πολύ ενδιαφέρουσα πρώτη εμπειρία σε έναν νέο χώρο για μένα, αυτόν της εικονογράφησης. Το μόνο που μπορώ να ελέγξω σαν ζωγράφος ή εικαστικός, αν προτιμάτε, είναι το πού και πόσους σπόρους θα πετάξω. Το πόσοι θα βλαστήσουν και αν, αποτελεί μια λειτουργία που στο μεγαλύτερο μέρος της θεωρώ πως είναι αποκομμένη από εμένα. Ως προς το αποτέλεσμα:  πάντα θα κάνω κριτική στον εαυτό μου, όμως η πλειοψηφία των "ζωγραφιών" της Αληθινής Ιστορίας με εξιτάρει ακόμα.»

 

Αλήθεια στη διαδικασία της εικονογράφησης του κειμένου του Λουκιανού ήταν «ελεύθερος» να δημιουργήσει; Υπήρξαν οι περιορισμοί του κειμένου ή η σκέψη της αποδοχή από το κοινό;

«Δεν έχω, τουλάχιστον όχι ακόμα, την επιλογή του να μη σκεφτώ το αναγνωστικό κοινό, όταν αναλαμβάνω μια εικονογράφηση. Όταν μου έγινε η πρόταση από τη Μαρία Παπανικολάου να εικονογραφήσω ένα τέτοιο κείμενο δέχτηκα, καθώς άνοιγε νέους ορίζοντες για μένα.

 Μια εικονογράφηση όπως την αντιλαμβάνομαι, αποτελεί το προϊόν της εκεχειρίας μεταξύ του κειμένου και του ζωγραφικού έργου, συνεπώς θεώρησα πως έπρεπε να προστατευθεί η ισορροπία μεταξύ του τι "επιθυμώ" να δείξω και πώς, με το τι "πρέπει" να δείξω, ή το τι περιμένει να δει ο αναγνώστης που διαβάζει ένα κείμενο με συγκεκριμένη δομή, με συγκεκριμένο νοηματικό περιεχόμενο, με συγκεκριμένες εικόνες-κλειδιά που οφείλουν να αποτυπωθούν πιο καθαρά από άλλες. Παρόλα αυτά, υπηρετώ μια εξίσου συγκεκριμένη ζωγραφική ματιά οπότε αναπόδραστα όλες οι εικόνες προσέγγισαν τα μεγαλύτερα σε μέγεθος ζωγραφικά μου έργα αυτόματης γραφής. Θα ήθελα να αναμετρηθώ στο μέλλον επίσης με τη δημιουργία ενός Art Book εμπνευσμένου από τον Ostin Osman Spare ή τον Rabailes

 

 

https://www.polarisekdoseis.gr/product/loukianou-alithini-istoria/

https://mariastoryteller.blogspot.com/

http://arcgreece.blogspot.com/2019/01/blog-post_31.html

Κυριακή 7 Ιουνίου 2020

16 ΧΡΟΝΙΑ ΜΟΝΑΞΙΑΣ... και μια προσπάθεια για ...μαζί

Επιστρέφω στην ΑΧΕΛΩΝΑ μου, μετά από πολύ καιρό, γιατί απλά δεν είχα κάτι να πω και να γράψω ή με παρέσυρε τελικά η μοναξιά μου.

*το παρακάτω κείμενο είναι ένας προσωπικός προβληματισμός και τροφή για σκέψη. Τιποτα πιο πάνω, τίποτα πιο κάτω.

Πριν λίγο καιρό έμαθα πως γίνονται προσπάθειες να συνδεθούμε με ένα πιο...θεσμικό τρόπο ως αφηγητές. Είμαι σκεπτική. Ίσως ήρθε η ώρα βέβαια να γίνει.
Εδώ και καιρό έχω κάποιες σκέψεις που θέλω να μοιραστώ με εσάς παραμυθάδες αλλά και γενικότερα... μιας και δεν είναι λίγοι καλλιτέχνες που ενώ εργάζονται μόνοι κάποια στιγμή αντιμετωπίζουν επαγγελματικά προβλήματα τέτοια που υπαγορεύουν το μαζί.

Πάμε λοιπόν...

Νομίζω πως δεν υπάρχουν πιο μοναχικοί άνθρωποι από τους παραμυθάδες...

Είμαι όπως όλοι οι παραμυθάδες του κόσμου, αγαπώ τους ανθρώπους και τις ιστορίες τους, αγαπώ τον αυθόρμητο, αυτόματο λόγο που πρεσβεύει η αφήγηση. Αγαπώ τις εικόνες, τα ταξίδια, τους δρόμους. Όσο όμως με τριγυρίζουν άνθρωποι και σκέψεις άλλο τόσο αγαπώ και τη μοναξιά μου. 

Λατρεύω την απόλυτη μοναξιά και πολλές φορές σκέφτομαι πως θα μπορούσε να γινόταν να γίνω πολύ πολύ μικρή και να κρυφτώ μέσα σε ένα καρυδότσουφλο που το έχει παρασύρει ένας χείμαρρος μέσα σε ένα πανάρχαιο δάσος, άλλες πάλι σκέφτομαι πως θα μπορούσα να γίνω αόρατη και να περπατάω ανάμεσα στους ανθρώπους σε μια πολύβουη πόλη και άλλες σκέφτομαι τι ωραία θα ήταν να είμαι γιγάντισσα και να δρασκελώ τα βουνά ώσπου να φτάσω στο βορρά να αναπνέω τον αέρα των αιώνιων πάγων...
Αν ζούσα την εποχή των αοιδών και των ραψωδών ή στην εποχή των τροβαδούρων θα είχα μόνο τις ιστορίες μου για προίκα και όπου με βγάλει. Θα περπατούσα τη μέρα και θα κοιμόμουν τη νύχτα σε κάνα στάβλο, σε ένα φιλόξενο ξένο σπίτι ή ένα φτηνό πανδοχείο και για αντάλλαγμα θα έλεγα παραμύθια...

Ονειροπολείς....δεν γίνονται αυτά...θα έλεγα στον τροβαδούρο εαυτό μου. Μα πως δεν γίνονται;
Από τότε που το παραμύθι άνοιξε την αγκαλιά του για μένα, εδώ και 16 χρόνια είμαι μόνη μου. Μόνη μου μέσα σ ένα καρυδότσουφλο, κλείνομαι και ψάχνω τις πανάρχαιες γλώσσες των παραμυθιών, περπατώ αόρατη ανάμεσα σε ανθρώπους σε πόλεις και χωριά, ακούω τις ανάσες τους πονάω με τα μαράζια τους και γελάω με τα καμώματά τους και μετά γίνομαι ένας γίγαντας που καταπίνει την αγάπη του κόσμου για τις ιστορίες όταν δρασκελώ τα βουνά της αφήγησης: παγώνω από αγωνία και καίγομαι από το πάθος ώσπου να παραδώσω την ιστορία μου σώα και αβλαβή στον κόσμο.
…και μετά θέλω πάλι να κλειστώ στο καρυδότσουφλό μου, να ακούσω τις ανάσες του κόσμου, να περπατήσω με τα γιγάντια βήματα μου και πάλι από την αρχή... κουβαλώντας όλο και περισσότερες ιστορίες.

Όσοι ασχολούνται με την αφήγηση πιστεύω θα με καταλάβουν... 
Ο αφηγητής δεν είναι ακριβώς καλλιτέχνης, δεν είναι  ακριβώς ένα επάγγελμα... Ο αφηγητής είναι ένας κουβαλητής, ένας φύλακας ... και 
από την άλλη σε μια εποχή που δεν υπάρχουν πια παραμυθάδες, τροβαδούροι, παππούδες και γιαγιάδες που λένε παραμύθια, οι παραμυθάδες ζουν λέγοντας ιστορίες.

Η αφήγηση είναι πια, μια "παρεχόμενη υπηρεσία", χωρίς αυτό να έχει οτιδήποτε το μεμπτό, αφού οι άνθρωποι αποζητούν την αφήγηση όλο και περισσότερο. 
Έτσι οι παραμυθάδες ζουν από αυτό, καλύπτουν τις ανάγκες τους, μεγαλώνουν τα παιδιά τους, χτίζουν τη ζωή τους γύρω από την αφήγηση. Το ίδιο συνέβη και σε μένα για λίγο καιρό, έγινε και για εμένα "επάγγελμα". Έζησα από την αφήγηση, δούλεψα σκληρά, ταξίδεψα... 

Μετά από όλους αυτούς τους δρόμους είμαι σκεπτική για το πως θα μπορούσε η αφήγηση να είναι ένα επάγγελμα σαν τα άλλα, να είναι ένας ακόμα ΚΑΔ στην μακριά λίστα της εφορίας. Δεν ξέρω, δεν είμαι αρνητική, κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες που ζούμε και με την "νέα" τοποθέτηση της αφήγησης και των νεο - αφηγητών, ίσως είναι η ώρα και ίσως είναι αναγκαίο.

Ελπίζω επίσης να μπορούμε οι παραμυθάδες να συναντιόμαστε, να μιλάμε, να δείχνουμε την τέχνη μας να μοιραζόμαστε τις σκέψεις μας και γιατί όχι να προστατεύουμε τα δικαιώματά μας με νόμιμο τρόπο.

Από την άλλη θα ήθελα να είμαι και ελεύθερη και μόνη μου, να μπαίνω σε ένα καρυδότσουφλο και να με παρασύρει ένας χείμαρρος μέσα σε ένα πυκνό πανάρχαιο δάσος, να περπατώ αόρατη ανάμεσα στους ανθρώπους και να γίνομαι γιγάντισσα να τρέχω προς το βορρά και να αναπνέω όσο αέρα χωράνε τα πνευμόνια μου...

Θα ήθελα να λέω τις ιστορίες μου και να μπορώ να δεχτώ μόνο ένα ποτήρι δροσερό νερό, ένα κομμάτι πίτα και ένα ποτήρι δροσερή μπύρα και να είμαι εντάξει…  αυτό θα προσπαθήσω και δεν ξέρω αν το καταφέρω τελικά…

Σας χαιρετώ παραμυθάδες μου και εύχομαι όλα να πάνε καλά και ακόμα καλύτερα.


Μαρία Παπανικολάου 7/6/2020